υποσακίζω

και ὑποσακκίζω ΜΑ
φρ. «ὑποσακίζω τῆς ὁδοῡ»
α) προχωρώ βιαστικά και ζωηρά
β) (για άλογο) καλπάζω
αρχ.
1. στραγγίζω με την βοήθεια σάκου («ὑποσακκίζειν
ὑπηθεῑν τῷ σάκκῳ», Ησύχ.)
2. παθ. ὑποσακίζομαι και ὑποσακκίζομαι
μτφ. καταναλώνομαι, ξοδεύομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)-* + σακίζω / σακκίζω «σουρώνω, στραγγίζω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὑποσακιζόμενοι — ὑποσακίζω strain pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσακίζειν — ὑποσακίζω strain pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσακίζεται — ὑποσακίζω strain pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υποσακισμός — και παλ. τ. υποσακκισμός, ο, Ν είδος καλπασμού τού αλόγου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ὑποσακίζω / ὑποσακκίζω «προχωρώ ζωηρά και βιαστικά, καλπάζω». Ο τ. ὑποσακκισμός μαρτυρείται από το 1847 στον Γρ. Χαντσερή] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.